Η Γωνιά Του Σκύλου. Του Παναγιώτη Νόιφελτ

Δεκέμβρης. Βρήκα στο μικρό μου κτήμα, το νεκρό σώμα ενός σκύλου. Είχε ακόμη την αλυσίδα στο λαιμό του και χτυπήματα στο κεφάλι. Όμως, το άψυχο ξερό του σώμα, δεν είχε χάσει τη ψυχή του στο μικρό μου κτήμα, αλλά στο όμορο, στον ελαιώνα του γείτονα, που επιμένει να τον ορίζει ως “αγνώστου”. Το ξέρω, γιατί είχα περάσει από εκεί, και είκοσι ημέρες πριν. Το άμοιρο παρατημένο και ανώνυμο τετράποδο ήταν εκεί, στο διπλανό κτήμα του “αγνώστου”, το είχα δει. Κάποιοι μου είχαν ρίξει την πόρτα -για τα σίδερα- και έπρεπε να επισκευαστεί. Έτσι ξαναπέρασα. Δεκέμβρης, οι ελιές του ήταν μαζεμένες και οι κομμένες κλάρες, καμένες πια στη γούβα. Δεν του άρεσε του γείτονα που κείτονταν άταφος ο σκύλος στο άφραγο του κομμάτι, είχε γίνει φονικό εκεί μέσα. Του χάλαγε τη φαντασίωση, πως το δικό του λάδι δεν θα ήταν πια το καθαρότερο, και πως οι ελιές του θα είχαν άλλη γεύση, αυτήν της μνήμης. Κατάρα. Του έδωσε μια δεύτερη κι αυτός στον αέρα, και τον πέταξε δίπλα, στο δικό μου, μέσα από το φράχτη. Το σκύλο τον άφησα εκεί. Εγώ, δεν θα το μετακινήσω αυτό το κουφάρι. Σιωπή. Τα μάτια χαμηλωμένα. Ο σκύλος, ότι είχε απομείνει από αυτόν, που κάποτε, υποθέτω, αυλή θα φύλαγε, και που ένας άλλος άθλιος, ίσως αυτός που τον είχε στην ευθύνη του, του έδωσε τρεις-τέσσερις στο κεφάλι, και όπου τον πέτυχε. Δεν υπάρχει οίκτος όπου δεν αντιλαμβάνεται κάποιος την αξία της ζωής, της αξιοπρέπειας, του τέλους και της συνύπαρξης. Το αίτημα. “Εσένα δεν σου ζήτησε κανένας, τίποτα” σκέφτηκα. Αυτός ο δασύτριχος μπάσταρδος, δεν θα φύγει από το κτήμα μου, εκεί θα λιώσει. Η γωνιά αυτή θα λέγεται «η γωνιά του σκύλου» και δε θα μου θυμίζει σε τίποτα το σκυλί, που ποτέ δεν έτρεξε προς το μέρος μου, ούτε καν θα μου θυμίζει το κουφάρι του, θα έχει όψη σκύλου, σε λίγο δεν θα έχει απομείνει τίποτα από αυτό. «Η γωνιά του σκύλου» θα βρίσκεται μόνο στη σκέψη μου, εκεί στον παράδεισο μου, στο δικό μου παράδεισο, και στο δικό του, αυτού, του χαμένου, που φιλοξένησα για λίγο. Δυο φτυάρια χώμα, πέντε κόκαλα, ένα πετσί, μια σκουριασμένη αλυσίδα, δυο αράδες γράμματα και κανένα δάκρυ. Μόνο τα μάτια χαμηλά. Έλα, έλα… Έλα!